मिकविन

κάλυμμα

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

κάλυμμα

  • ˈka.li.ma

यह कहाँ से आया

κάλυμμα < αρχαία ελληνική καλύπτω

संज्ञा κάλυμμα · καλύμματα · καλύμματος · καλυμμάτων

  1. καθετί που καλύπτει κάτι άλλο όπως κάποιο έπιπλο ή άλλο αντικείμενο ※ Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
  2. οικονομία το απόθεμα σε συνάλλαγμα ή παλαιότερα σε χρυσό (πια παγκοσμίως υπάρχει κεφαλαιουχικά αμελητέος αριθμός ράβδων και σαφέστατα δεν παρέχουν κάλυμμα) που διαθέτει μια εκδοτική τράπεζα και χρησιμοποιείται σαν εγγύηση για το νόμισμα που εκδίδει

अंग्रेज़ी में

  • sleeve record cover
  • jacket protective or insulating cover
  • hood enclosure that protects something, especially from above

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"κάλυμμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κάλυμμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1

Chicago

"κάλυμμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κάλυμμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}