κάσα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κάσα¹

  • ˈka.sa

Where it comes from

κάσα < κάσσα, με απλοποίηση < (άμεσο δάνειο) ιταλική cassa < λατινική capsa < capio < πρωτοϊταλική *kapjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *keh₂p- (πιάνω)

noun κάσα · κάσες · κάσας · κασών

  1. περιμετρική βάση στήριξης πόρτας / παραθύρου μέσω των μεντεσέδων ※ Η ύπαρξη θερμοδιακοπής στα συρόμενα συστήματα τόσο στην κάσα, όσο και στα φύλλα βελτιώνει τη θερμομονωτική ικανότητά τους, που όμως δεν μπορεί να ξεπεράσει τις θερμομονωτικές επιδόσεις ενός ανοιγόμενου συστήματος.

    Similar: κάσωμα

  2. συρτάρι με τυπογραφικά στοιχεία ※ Όμως εκείνος στέκεται μπρος στην κάσα και στοιχειοθετεί, σα να μη μας ακούει.
  3. ξύλινο κιβώτιο που χρησιμοποιείται για μεταφορά
  4. broadly, κατ’ επέκταση κάθε κιβώτιο κατάλληλο για μεταφορά τροφίμων και ποτών φέρε μια κάσα μπίρες

    Similar: κασόνι

  5. familiar, οικείο το φέρετρο
  6. σε παιχνίδια, χαρτοπαίγνιο το ταμείο
  7. σε παιχνίδια, χαρτοπαίγνιο τα χρήματα με τα οποία συμμετέχει ο παίκτης στο παιχνίδι
  8. dated, παρωχημένο το παιδί που μαζεύει τα χρήματα σε μια παρέα καλαντιστών ※ «Τί μαλλώνετε, βρέ;» Τὰ δύο παιδιὰ ἀφῆκαν συγχρόνως διπλῆν πεπνιγμένην κραυγὴν καὶ ἐδόκιμασαν νὰ τραπῶσιν εἰς φυγὴν ἀφήνοντα τὸ φανάριον κατὰ γῆς. ᾽Αλλὰ τὸ παράδοξον ὄν μὲ τὸν πόδα ἀνέτρεψε τὸ φανάριον, τὸ ὁποῖον ἔσβησεν εὐθύς, καὶ μὲ τὰς δύο χεῖρας συνέλαβεν ἀπὸ τοὺς βραχίονας τὰ δύο τρέμοντα παι

Κάσα²

Where it comes from

Κάσα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Κάσα · Kasa

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

  • case outer covering or framework of a piece of apparatus
  • jamb vertical component that form the side of an opening in a wall

Talk about this word

Cite this
MLA

"κάσα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κάσα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B1

Chicago

"κάσα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κάσα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}