κένταυρος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Κένταυρος¹

Where it comes from

Κένταυρος < αρχαία ελληνική Κένταυρος

proper noun Κένταυρος

  1. ελληνική μυθολογία πλάσμα με σώμααλόγου και άνω κορμό και κεφάλι ανθρώπου
  2. όνομα αστερισμού του νότιου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία: Cen

κένταυρος²

Where it comes from

κένταυρος < αρχαία ελληνική κένταυρος

noun κένταυρος · κένταυροι · κένταυρου · κενταύρου · κένταυρων · κενταύρων

  1. μυθικό ον με πόδια αλόγου και σώμα ανθρώπου
  2. αστρονομία αστεροειδής με τροχιά μεταξύ του Δία και του Ποσειδώνα

In English

  • centaur mythical half-man, half-horse
  • Centaurus spring constellation of the northern sky

Talk about this word

Cite this
MLA

"κένταυρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κένταυρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"κένταυρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κένταυρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}