κέντημα

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

κέντημα

  • ˈcen.di.ma

Откуда оно

κέντημα < κεντάω / κεντώ, κεντη- + -μα

существительное κέντημα · κεντήματα · κεντήματος · κεντημάτων

  1. η διαδικασία διακόσμησης ενός υφάσματος με σχέδια η οποία γίνεται με βελόνα και κλωστή κεντήματος
  2. η δημιουργία πλεκτού εργόχειρου με βελονάκι για κέντημα και ψιλή κλωστή
  3. broadly, κατ’ επέκταση το τελειωμένο, κεντημένο εργόχειρο
  4. figuratively, μεταφορικά πάρα πολύ καλή δουλειά
  5. figuratively, μεταφορικά κάτι που χρειάζεται πολύ λεπτοδουλειά για να γίνει

существительное κέντημα · κεντήματα · κεντήματος · κεντημάτων

  1. η ενέργεια του κεντάω (στη σημασία: τσιμπάω): το τσίμπημα που γίνεται από οξύ, μυτερό όργανο ή, γενικά, αντικείμενο

Похожие: κεντιά, τσίμπημα

Синонимы и антонимы

существительное

Похожие: κεντιά, τσίμπημα

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"κέντημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κέντημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"κέντημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κέντημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}