κίνηση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κίνηση

  • ˈci.ni.si

Sounds like κινήσει

Where it comes from

κίνηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κίνη(σις) + -ση < κινέω, κινῶ (κινώ) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική mouvement

noun κίνηση · κινήσεις · κίνησης · κινήσεων

  1. φυσική το αποτέλεσμα της χρονικής εντροπίας

    Opposite: ακινησία

  2. η κυκλοφορία των οχημάτων ※ Παρακολουθούσα απ' το παράθυρο την κίνηση του δρόμου. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
  3. broadly, κατ’ επέκταση ο μεγάλος ή και υπερβολικός αριθμός οχημάτων που κυκλοφορούν σε μια δεδομένη στιγμή βρήκα κίνηση και άργησα
  4. η πρωτοβουλία έκανα την κίνηση και της μίλησα
  5. το δυναμικό κίνημα, οργάνωση ανθρώπων που κάτι θέλουν να αλλάξουν· κίνημα με έμφαση στην πρωτοβουλία αλλαγής (ενίοτε χρησιμοποιείται ως ονοματολογική διαφοροποίηση από άλλα κινήματα, οργανώσεις, συνδέσμους κτλ) κίνηση πολιτών, κίνηση πολιτών τάδε

In English

  • action way of motion or functioning
  • move the act of moving a token on a gameboard
  • motion state of progression from one place to another
  • movement physical motion

Talk about this word

Cite this
MLA

"κίνηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κίνηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"κίνηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κίνηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}