καινούριος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καινούριος
- ceˈnuɾ.ʝos
Where it comes from
καινούριος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή καινούργιος με συνήθη γραφή ρ-ιος χωρίς την αναγραφή του [ʝ] όπως οι καταληξεις στο καθαρός-καθάριος, περίσσιος, ίσιος
:* Ετυμολογική γραφή καινούργιος Κατά τον Μπαμπινιώτη, < όψιμη ελληνιστική κοινή καινούργιος < καινουργός, μεταπλασμός του καινουργής < καιν(ο)- + -ουργής < έργον, όπως και καινουργέω (ανανεώνω, αρχίζω κάτι νέο). Σημειώνει ότι «ουδέποτε υπήρξε σίγηση» του ουρανικού [ʝ].
adjective καινούριος · καινούρια · καινούριο · καινούριου · καινούριας
- που κατασκευάστηκε ή αποκτήθηκε ή εμφανίστηκε πρόσφατα τα καινούρια/καινούργια μοντέλα αυτοκινήτων έχουν όλα αερόσακο
- που αναμένεται να κατασκευαστεί ή να εμφανιστεί προσεχώς, ο επόμενος τι περιμένετε από τον καινούριο/καινούργιο χρόνο;
Similar: νέος
Thesaurus
adjective
Similar: νέος
Talk about this word "καινούριος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καινούριος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82 "καινούριος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καινούριος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}