νέος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νέος¹

  • ˈne.os

Where it comes from

νέος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νέος. Συγκρίνετε με το κληρονομημένο νιος.

adjective νέος · νέα · νέο

  1. καινούργιος Πρόκειται για νέο προϊόν στην αγορά.
  2. που έχει μικρή ηλικία, που είναι ακόμα στη νεότητα ≈ συνώνυμα: νιος

noun νέος

  1. άνδρας νεαρής ηλικίας ≈ συνώνυμα: νεαρός

Νέος²

Where it comes from

Νέος < νέος με κεφαλαίο αρχικό γράμμα, για χρήση σε τοπωνύμια

adjective Νέος · Νέα · Νέο · Νέου · Νέας

  1. πρώτο μέλος χαλαρού σύνθετου, πολυλεκτικού τοπωνύμιου που συνήθως έχει το όνομα προηγούμενο παλιότερου. Ειδικά για την Ελλαδα, με χαρακτηριστικότερες τις περιπτώσεις τοπωνυμίων που δημιουργήθηκαν από τους μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ελλάδα, και τα παλιά ευρωπαϊκά τοπωνύμια στον Νέο Κόσμο Νέος Βουτζάς, Νέος Πύργος

proper noun Νέος · Νέα · Νέο · Νέου · Νέας

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Νέου)
  2. μέρος πολυλεκτικού τοπωνύμιου:

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"νέος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νέος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AD%CE%BF%CF%82

Chicago

"νέος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νέος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}