καλά
Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
καλά¹
- kaˈla
एक जैसी ध्वनि वाले κάλα
यह कहाँ से आया
καλά < καλ(ός) + -ά
क्रियाविशेषण καλά
- με καλό τρόπο
- δείχνοντας ικανότητα σε κάποιο τομέα, ικανοποιητικά ζωγραφίζει καλά
- με ευγένεια Τους μίλησε καλά και τους πήρε με το μέρος της.
- σε καλή σωματική ή/και ψυχολογική κατάσταση είμαι καλά, νιώθω καλά, έγινε καλά
- ολοκληρωμένα, χωρίς ατέλειες Δε μου έφτιαξαν καλά το αυτοκίνητο και ξαναχάλασε.
- χαρακτηρισμός σχολικής επίδοσης, για βαθμό μεταξύ 12,5 και 15,5 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση
विशेषण καλά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (καλό) του καλός
Καλά²
यह कहाँ से आया
Καλά < → λείπει η ετυμολογία
व्यक्तिवाचक संज्ञा Καλά · Kala
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
पर्यायवाची और विलोम
अंग्रेज़ी में
इस शब्द पर बात करें "καλά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. καλά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC "καλά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {καλά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}