καλοκαιρινός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καλοκαιρινός¹

  • ka.lo.ce.ɾiˈnos

Where it comes from

καλοκαιρινός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλοκαιρινός < καλοκαίρι(ν) < καλοκαίριον < καλός + αρχαία ελληνική καιρός

adjective καλοκαιρινός · καλοκαιρινή · καλοκαιρινό · καλοκαιρινού · καλοκαιρινής

  1. που έχει σχέση με το καλοκαίρι, αναφέρεται σ’ αυτό, συμβαίνει κατά τη διάρκειά του ή χρησιμοποιείται το καλοκαίρι ※ Καμμιά παχνιδιάρα στροφή, κανένας σκιερός τόπος, πουθενά ένα ρυάκι. Η καλοκαιρινή Μεσαορία είναι σα μια μαντάρα, μια στέγνα, μια αποψιλωμένη έκταση χωρίς χαρές. Σαν ένας τάφος που κρύβει μέσα του τη δύναμη της ανοιξιάτικης προσμονής της ανάστασης. (Φιλολογική Κύπρος, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κ
  2. ουσιαστικοποιημένο καλοκαιρινά: ρούχα που φοριούνται κυρίως το καλοκαίρι

Similar: θερινός · Opposite: χειμερινός, χειμωνιάτικος

Καλοκαιρινός²

  • ka.lo.ce.ɾiˈnos

Where it comes from

Καλοκαιρινός < καλοκαιρινός

proper noun Καλοκαιρινός · Καλοκαιρινοί · Καλοκαιρινού · Καλοκαιρινών · Καλοκαιρινό · Καλοκαιρινούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"καλοκαιρινός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

καλοκαιρινός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82

Chicago

"καλοκαιρινός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καλοκαιρινός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}