καλοσύνη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλοσύνη
- ka.loˈsi.ni
Where it comes from
καλοσύνη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλοσύνη < αρχαία ελληνική καλός. Συγχρονικά αναλύεται σε καλ(ός) + -οσύνη
noun καλοσύνη · καλοσύνες · καλοσύνης · καλοσυνών
-
η ιδιότητα του καλού, εκείνου που επιθυμεί την ειρήνη και την ευτυχία των συνανθρώπων του
※ Ήταν γεμάτος ανθρωπιά και καλοσύνη. (Λουκάς Χρέλιας, Όλη η Ελλάδα είναι ένα πατάρι, εκδ. Καστανιώτη, 1998)
Similar: ευγένεια, ευσπλαχνία, αγαθότητα · Opposite: κακία, μίσος, κακεντρέχεια
-
πράξη ή λόγος που φανερώνει αγαθή πρόθεση
※ Ἀγαποῦσε ὅλο τὸν κόσμο, καὶ ὅλο ἔκανε καλοσύνες. (Γαλάτεια Καζαντζάκη, «Τὸ ἄσχημο βασιλόπουλο»)
Similar: αγαθοεργία, ευεργεσία, φιλοφροσύνη · Opposite: κακία, ζημιά, ανηθικότητα
-
καλός καιρός
※ Ὣς κ' ἡ βαρυχειμωνιὰ / μ' αἰφνίδια καλοσύνη / κ' ἥσυχη καὶ σιγαλὴ / σὲ δέχτηκε κ' ἐκείνη. (Κωστής Παλαμάς, Διόνυσος)
Similar: καλοκαιρία · Opposite: κακοκαιρία
In English
- kindness being kind
- goodness state or characteristic of being good
- charity attitude
- benevolence disposition to do good
Talk about this word "καλοσύνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. καλοσύνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7 "καλοσύνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλοσύνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}