מיקווין

καλούπι

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

καλούπι

  • kaˈlu.pi

מאיפה זה בא

καλούπι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kalıp < αραβική قَالِب (qālib) < ελληνιστική κοινή καλόπους / αρχαία ελληνική καλάπους (αντιδάνειο) < κᾶλον + πούς

שם עצם καλούπι · καλούπια · καλουπιού · καλουπιών

  1. κατασκευή ή εξάρτημα το οποίο χρησιμοποιείται για να χυθεί μέσα σε αυτό ένα ρευστό υλικό, να πήξει εκεί μέσα, ώστε να πάρει το συγκεκριμένο σχήμα για το οποίο σχεδιάστηκε, και μετά να αφαιρεθεί ※ Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάτα
  2. πρότυπο που χρησιμοποιείται στην κατασκευή πολλών πανομοιότυπων αντιγράφων με χαμηλό κόστος

דומה: μήτρα, εκμαγείο

מילים נרדפות והפכים

שם עצם

דומה: μήτρα, εκμαγείο

באנגלית

  • mold hollow form or matrix for shaping a fluid or plastic substance
  • formwork used in construction

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"καλούπι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καλούπι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B9

Chicago

"καλούπι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καλούπι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}