믹윈

μήτρα

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

μήτρα¹

어원

μήτρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μήτρα < μήτηρ

:* σημασία «καλούπι» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική matrice

명사 μήτρα · μήτρες · μήτρας · μητρών

  1. ανατομία μυώδες κοίλο όργανο του γεννητικού συστήματος των γυναικών που βρίσκεται στη λεκάνη ανάμεσα στην ουροδόχο κύστη και το ορθό έντερο· στα τοιχώματά της προσκολλάται το γονιμοποιημένο ωάριο και στη συνέχεια στο εσωτερικό της αναπτύσσεται το έμβρυο μέχρι τη γέννησή του. ※ Στο πρώτο στάδιο του τοκετού διακρίνονται δύο φάσεις, η λανθάνουσα και η ενεργητική. Η λανθάνουσα φάση χαρακτηρίζεται από ήπιες ωδίνες της μήτρας και διαρκεί περίπου έξι ώρες στην πρωτότοκο και τέσσερις ώρες στην πολύτοκο. (Δυστοκία και μαιευτικές επιπλοκές κατά τον τοκετό ivf-embryo.gr, ανακτήθηκ
  2. στην πλαστική, τη χαρακτική ή τη μεταλλουργία το καλούπι Οι μήτρες των πρώτων χαρτονομισμάτων φυλάσσονται στο μουσείο.
  3. figuratively, μεταφορικά ο χώρος όπου διαμορφώνονται ιδέες, αξίες, πολιτισμοί κ.λπ. που στη συνέχεια διαδίδονται και αποκτούν καθολική ακτινοβολία η αρχαία Ελλάδα υπήρξε η μήτρα του πολιτισμού

    비슷한 말: κοιτίδα, λίκνο

Μήτρα²

어원

Μήτρα < γενική ενικού του αρσενικού Μήτρας

고유 명사 Μήτρα · Μήτρας · Mitra

  1. γυναικείο επώνυμο

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"μήτρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μήτρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B1

Chicago

"μήτρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μήτρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}