καλυμμένος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καλυμμένος

  • ka.liˈme.nos

Where it comes from

καλυμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλύπτω

verb καλυμμένος · καλυμμένη · καλυμμένο · καλυμμένου · καλυμμένης

  1. σκεπασμένος τα αυτοκίνητα είναι καλυμμένα από το χιόνι
  2. που κρίνει ικανοποιητικά όσα έχουν ειπωθεί ήδη σε μια συζήτηση και δεν νιώθει ότι χρειάζεται να προσθέσει κάτι ή να θέσει κάποια ερώτηση
  3. για επιταγή που μπορεί ο φέρων να την εξαργυρώσει, αφού ο εκδότης έχει καταθέσει στην τράπεζα το αναγραφόμενο χρηματικό ποσό

Opposite: ακάλυπτος

Thesaurus

verb

Opposite: ακάλυπτος

Talk about this word

Cite this
MLA

"καλυμμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καλυμμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"καλυμμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καλυμμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}