καλότα
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
καλότα
- kaˈlo.ta
Звучит как κιλότα
Откуда оно
καλότα < (λόγιο δάνειο) γαλλική calotte + -α → και δείτε calotte#French στο αγγλικό Βικιλεξικό & calotte#Français στο γαλλικό Βικιλεξικό [Alt: fr.wiktionary.org]
существительное καλότα · καλότες · καλότας · καλοτών
- το τμήμα γυναικείου καπέλου που καλύπτει το κεφάλι (σε αντιδιαστολή με το γείσο) ※ Πῶς εἶναι δυνατόν ν' ἀπαιτήση κανείς ἀπό τάς ράπτριας καί ἀπό τάς κυρίας νά μή ὁμιλοῦν - διότι ἐκεῖ θά ἐκαταντοῦσε τό πρᾶγμα, ἀφοῦ ὁ μεταβαπτισμός εἶναι ἀδύνατος - ἀπαγορεύων τήν χρῆσιν λέξεων καθώς χασές, μπατίστα, φούλαρο, τσίτι, νταντέλα, πικές, κορσές, ματινές, ζεφύρι, φραμπαλάς, μπολερό, ἀλπα
- σκουφάκι Ρωμαιοκαθολικών
По-английски
- zucchetto small skullcap worn by Catholic clergy
Обсудить это слово "καλότα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. καλότα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1 "καλότα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {καλότα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}