καλύπτω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καλύπτω
- kaˈli.pto
Where it comes from
καλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καλύπτω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couvrir ή την αγγλική cover
verb καλύπτω · κάλυπτα · κάλυψα · καλύπτομαι · καλύφθηκα · καλύφτηκα
- σκεπάζω
-
περιγράφω ή αναλύω ένα θέμα λεπτομερώς
Το συνέδριο του κόμματος καλύπτει όλα τα καυτά θέματα.
Similar: αναπτύσσω
-
συλλέγω επιτοπίως ειδήσεις γύρω από επίκαιρο θέμα και το παρουσιάζω σε κάποιο μέσο μαζικής ενημέρωσης
Ο ανταποκριτής μας καλύπτει τον πόλεμο στο Ιράκ.
Similar: ρεπορτάζ
-
συμπληρώνω αυτό που λείπει ή είναι ανεπαρκές
Η παραγωγή δεν καλύπτει τη ζήτηση.
Similar: αναπληρώνω
-
υποστηρίζω με τα πυρά μου συμπολεμιστές μου, βάλλω εναντίον του εχθρού όσο αυτοί κινούνται
Similar: προστατεύω
-
ενεργώ έτσι ώστε να μη γίνει γνωστό κάτι δυσάρεστο ή αξιόμεμπτο
Κάλυψαν την παρανομία με απειλές και υποσχέσεις.
Similar: αποκρύπτω, συγκαλύπτω
In English
- coat to cover as a coat
Talk about this word "καλύπτω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. καλύπτω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89 "καλύπτω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καλύπτω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}