καλύπτω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καλύπτω

  • kaˈli.pto

Where it comes from

καλύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καλύπτω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couvrir ή την αγγλική cover

verb καλύπτω · κάλυπτα · κάλυψα · καλύπτομαι · καλύφθηκα · καλύφτηκα

  1. σκεπάζω
  2. περιγράφω ή αναλύω ένα θέμα λεπτομερώς Το συνέδριο του κόμματος καλύπτει όλα τα καυτά θέματα.

    Similar: αναπτύσσω

  3. συλλέγω επιτοπίως ειδήσεις γύρω από επίκαιρο θέμα και το παρουσιάζω σε κάποιο μέσο μαζικής ενημέρωσης Ο ανταποκριτής μας καλύπτει τον πόλεμο στο Ιράκ.

    Similar: ρεπορτάζ

  4. συμπληρώνω αυτό που λείπει ή είναι ανεπαρκές Η παραγωγή δεν καλύπτει τη ζήτηση.

    Similar: αναπληρώνω

  5. υποστηρίζω με τα πυρά μου συμπολεμιστές μου, βάλλω εναντίον του εχθρού όσο αυτοί κινούνται

    Similar: προστατεύω

  6. ενεργώ έτσι ώστε να μη γίνει γνωστό κάτι δυσάρεστο ή αξιόμεμπτο Κάλυψαν την παρανομία με απειλές και υποσχέσεις.

    Similar: αποκρύπτω, συγκαλύπτω

In English

  • coat to cover as a coat

Talk about this word

Cite this
MLA

"καλύπτω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

καλύπτω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89

Chicago

"καλύπτω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καλύπτω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%80%CF%84%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}