καμάκι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καμάκι
- kaˈma.ci
Where it comes from
καμάκι < αρχαία ελληνική κάμαξ
noun καμάκι · καμάκια · καμακιού · καμακιών
- εργαλείο για ψάρεμα, παρόμοιο με ακόντιο που έχει επιπρόσθετα τουλάχιστον μια πλάγια προεξοχή ώστε να αγκιστρώνεται στο ψάρι πολλοί πιστεύουν ότι βρέθηκε το πλοίο και τα καμάκια που χρησιμοποιούσε ο Αχαάβ στο κυνήγι του Μόμπι Ντικ
-
η επίμονη προσπάθεια για σύναψη ερωτικής σχέσης
Similar: φλερτ
-
αυτός που προσπαθεί επίμονα να έχει ερωτικές σχέσεις
※ Υπό ποίες συνθήκες δύναται να χαρακτηριστεί πέφτουλας. … Σε πόσες την πέφτεις. Ένα παλιό καμάκι είχε την εξής τακτική. Την έπεφτε σε 10 κάθε βράδυ και στατιστικά και μόνο κάποια του καθόταν.
Similar: πέφτουλας
In English
Talk about this word "καμάκι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καμάκι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9 "καμάκι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καμάκι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CE%BA%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}