믹윈

καμπύλη

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

καμπύλη¹

  • kamˈbi.li

어원

καμπύλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καμπύλη, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καμπύλος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική courbe

명사 καμπύλη · καμπύλες · καμπύλης · καμπυλών

  1. γεωμετρία γραμμή που δεν περιέχει καθόλου ευθύγραμμα τμήματα, όπως συμβαίνει πχ με το τόξο κύκλου ή έλλειψης, την υπερβολή και την παραβολή
  2. στατιστική η γραμμή που παρουσιάζει σε μια γραφική παράσταση τις τιμές που παίρνει ένα μέγεθος σε συνάρτηση με ένα άλλο
  3. plural, στον πληθυντικό, καμπύλες τα σημεία του γυναικείου σώματος που έχουν έντονη καμπυλότητα Είναι γυναίκα με πλούσιες καμπύλες.

    비슷한 말: πιασίματα, καμπυλόγραμμος

형용사 καμπύλη · καμπύλες · καμπύλης · καμπυλών

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του καμπύλος

Καμπύλη²

어원

Καμπύλη < γενική ενικού του αρσενικού Καμπύλης

고유 명사 Καμπύλη · Καμπύλης · Kampyli

  1. γυναικείο επώνυμο

영어로

  • circle curve approximating part or all of a circle
  • curve gentle bend

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"καμπύλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8D%CE%BB%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καμπύλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8D%CE%BB%CE%B7

Chicago

"καμπύλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8D%CE%BB%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καμπύλη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8D%CE%BB%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}