κανίβαλος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κανίβαλος

  • kaˈni.va.los

Where it comes from

κανίβαλος < ισπανική caníbal, που χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Κολόμβο για φυλή ανθρωποφάγων της Καραϊβικής < στη γλώσσα τους σήμαινε «γενναίος»

noun κανιβάλου · κανιβάλων · κανιβάλους · κανίβαλος · κανίβαλοι · κανίβαλου

  1. αυτός που επιδίδεται σε κανιβαλισμό

    Similar: ανθρωποφάγος

  2. figuratively, συνεκδοχικά το ζώο που τρέφεται από ζώα του είδους του
  3. figuratively, literally, κυριολεκτικά, μεταφορικά που ενισχύεται καταστρέφοντας ή απορροφώντας άτομα του είδους τους Ο γαλαξίας μας ήταν τρομερός κανίβαλος. «Καταβρόχθισε» έντεκα γαλαξίες. in.grhttp://archive.fo/L6Z7c
  4. figuratively, μεταφορικά ο άνθρωπος που φέρεται με σκληρότητα και θηριώδη τρόπο

    Similar: απολίτιστος, πρωτόγονος

In English

  • cannibal an organism which eats others of its own species

Talk about this word

Cite this
MLA

"κανίβαλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κανίβαλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"κανίβαλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κανίβαλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}