米克温

καπέλο

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

καπέλο¹

  • kaˈpe.lo

它从哪里来

καπέλο < (άμεσο δάνειο) ιταλική cappello < υστερολατινική cappellus, υποκοριστικό τής λατινικής cappa < capitulare < capitulum < caput < πρωτοϊταλική *kaput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kauput- / *káput (κεφάλι)

名词 καπέλο · καπέλα · καπέλου · καπέλων

  1. ενδυμασία εξάρτημα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας διαφόρων σχημάτων, σχεδίων και χρωμάτων, το οποίο φοριέται στο κεφάλι για λόγους αισθητικούς και πρακτικούς (π.χ. προστασία από τον ήλιο ή το κρύο) ή λειτουργικούς (οπότε είναι δηλωτικό του επαγγέλματος ή του αξιώματος) ※ Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,

    相近词: πίλος

  2. figuratively, μεταφορικά η αύξηση της τιμής ενός εμπορεύματος πέρα από τα επιτρεπτά και νόμιμα όρια για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους πουλάω φρούτα με καπέλο
  3. figuratively, μεταφορικά οτιδήποτε μοιάζει με καπέλο (ειδικότερα) φωτεινή επιγραφή στην οροφή του ταξί

相近词: πίλος

Καπέλο²

专有名词 Καπέλο

  1. αιτιατική και κλητική ενικού του Καπέλος εναλλακτικά για την κλητική: Καπέλε

同义词与反义词

名词

相近词: πίλος

英语

  • hat a head covering

讨论这个词

引用
MLA

"καπέλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καπέλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF

Chicago

"καπέλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καπέλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}