καπνίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καπνίζω
- kaˈpni.zo
Where it comes from
καπνίζω < αρχαία ελληνική καπνός
verb καπνίζω · κάπνιζα · θα καπνίζω · να καπνίζω · καπνίζοντας
- βγάζω, αναδίδω καπνό καπνίζουν τα ξύλα / οι καμινάδες
- κρεμώ κρέας, ψάρι, τυρί ή άλλες τροφές πάνω από τον καπνό ξύλων που καίγονται με σκοπό τη συντήρησή τους
- κάνω κάτι να μαυρίσει, να μουντζουρωθεί από την καπνιά μπορείτε να κοιτάξετε την έκλειψη του ήλιου καπνίζοντας ένα γυαλί
- με το στόμα μου εισπνέω κατά διαστήματα τον καπνό που παράγεται από ένα αναμμένο τσιγάρο, πούρο ή πίπα και τον εκπνέω από το στόμα ή από τη μύτη ※ Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισ
In English
- smoke to give off smoke
Talk about this word "καπνίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. καπνίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89 "καπνίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καπνίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}