καπνός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καπνός¹
- kaˈpnos
Where it comes from
καπνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καπνός
noun καπνός · καπνοί · καπνά · καπνού · καπνών
-
μείγμα από αέρια και στερεά σωματίδια άνθρακα, το οποίο είναι αποτέλεσμα της καύσης ενός σώματος. Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η πυκνότητα, η αδιαφάνεια και η χαρακτηριστική οσμή
πυκνοί καπνοί άρχισαν να βγαίνουν από τα παράθυρα του φλεγόμενου κτιρίου
Similar: ντουμάνι
- μονοετές, ποώδες φυτό με μεγάλα ωοειδή φύλλα, τα οποία περιέχουν νικοτίνη και μετά από ξήρανση και κατεργασία χρησιμοποιούνται για την κατασκευή τσιγάρων, πούρων κ.λπ.
-
το προϊόν από αποξηραμένα και κατεργασμένα φύλλα καπνού, το οποίο καπνίζεται ή μασιέται
θα πάω στο περίπτερο να αγοράσω καπνό
Similar: ταμπάκος
Καπνός²
Where it comes from
Καπνός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Καπνός · Καπνοί · Καπνού · Καπνών · Καπνό · Καπνούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "καπνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καπνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CF%8C%CF%82 "καπνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καπνός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}