καραβάνι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καραβάνι
Where it comes from
καραβάνι < μεσαιωνική ελληνική καραβάνι < περσική کاروان (kârvân)
noun καραβάνι · καραβάνια · καραβανιού · καραβανιών
- εμπόροι ή ταξιδιώτες οι οποίοι ταξίδευαν παλαιότερα οδικώς σαν ομάδα, κυρίως για λόγους ασφαλείας ※ Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πη
- μπουλούκι τουριστών
In English
Talk about this word "καραβάνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. καραβάνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9 "καραβάνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καραβάνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}