καραβάνι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καραβάνι

Where it comes from

καραβάνι < μεσαιωνική ελληνική καραβάνι < περσική کاروان (kârvân)

noun καραβάνι · καραβάνια · καραβανιού · καραβανιών

  1. εμπόροι ή ταξιδιώτες οι οποίοι ταξίδευαν παλαιότερα οδικώς σαν ομάδα, κυρίως για λόγους ασφαλείας ※ Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πη
  2. ironic, offensive, μειωτικό, ειρωνικό μπουλούκι τουριστών

In English

  • train group of animals, vehicles, or people
  • caravan convoy or procession

Talk about this word

Cite this
MLA

"καραβάνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καραβάνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9

Chicago

"καραβάνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καραβάνι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BD%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}