καρδιοκατακτητής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καρδιοκατακτητής

Where it comes from

καρδιοκατακτητής (μαρτυρείται από το 1869) < καρδιά + -ο- + κατακτητής

noun καρδιοκατακτητής · καρδιοκατακτητές · καρδιοκατακτητή · καρδιοκατακτητών

  1. αυτός που «κατακτά» (ερωτικά) μια γυναίκα, που την γοητεύει ※ Ο γάμος τους δεν ήταν ιδανικός, εκείνος –υπήρξε μέγας καρδιοκατακτητής– είχε κι άλλες γυναίκες, κι η Φρίντα πήγαινε με άλλους άντρες αλλά και γυναίκες. Τσακώθηκαν, χώρισαν και ξαναπαντρεύτηκαν. (Διαβάζω τεύχη 440-442, 2003, σελ. 58)

Similar: γυναικάς, γυναικοκατακτητής, δονζουάν, ερωτύλος, μουρντάρης, μπερμπάντης

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καρδιοκατακτητής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καρδιοκατακτητής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"καρδιοκατακτητής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καρδιοκατακτητής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}