καταιονητήρας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
καταιονητήρας
Where it comes from
καταιονητήρας < αρχαία ελληνική καταιονάω / καταιονῶ, καταιονη- + -τήρας
noun καταιονητήρας · καταιονητήρες · καταιονητήρα · καταιονητήρων
- συσκευή ντους, λουσίματος ή πλυσίματος του σώματος με νερό στο λουτρό
- συσκευή πυρόσβεσης, καταιονισμού ※ Οι καταιονητήρες τοποθετούνται κάτω από την οροφή, κάτω από την εσχάρα ανάρτησης σκηνικών, στο υποσκήvιo, στους βοηθητικούς χώρους, στα καμαρίνια, στις αποθήκες και στα εργαστήρια που η χρήση τους είναι συνυφασμένη με τη λειτουργία της σκηνής. Καταιονητήρες πρέπει να τοποθετούνται στην περίμετρο ό
- συσκευή υποκλυσμού
In English
Talk about this word "καταιονητήρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καταιονητήρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82 "καταιονητήρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {καταιονητήρας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}