κατανοώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κατανοώ

  • ka.ta.noˈo

Where it comes from

κατανοώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατανοῶ, συνηρημένος τύπος του κατανοέω < κατα- + νοέω < νόος / νοῦς

verb κατανοώ · κατανόησα · κατανοούμαι · κατανοήθηκα · κατανοούσα

  1. καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, πιάνω ※ Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 43
  2. δείχνω επιείκεια εκτιμώντας ειδικές συνθήκες

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κατανοώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατανοώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8E

Chicago

"κατανοώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατανοώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}