κατανόηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κατανόηση

  • ka.taˈno.i.si

Where it comes from

κατανόηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατανόη(σις) (αρχαία σημασία: «παρατήρηση») + -ση < αρχαία ελληνική κατανοῶ/κατανοέω. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + νο(ώ), νοη- + -ση (νόηση)

:* σημασία «συμπάσχω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική compréhension, entendement και από την αγγλική understanding

noun κατανόηση · κατανοήσεις · κατανόησης · κατανοήσεων

  1. το να καταλαβαίνει κανείς μια κατάσταση ※ Η δυσαναγνωσία αποτελεί μία κατηγορία των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών, η οποία εστιάζει τη μελέτη της στην περιοχή της αναγνωστικής ικανότητας (ακρίβεια, ταχύτητα και κατανόηση), κατά την οποία το άτομο δεν αποδίδει το αναμενόμενο όριο που αντιστοιχεί στη χρονολογική ηλικία του, στη νοημοσύνη και
  2. το να συμπάσχει κανείς με άλλο άτομο, η συμπάθεια Έδειξε κατανόηση για τα προβλήματα της.

In English

  • grasp understanding
  • understanding (''uncountable'') the mental process of discernment of meaning
  • comprehension thorough understanding
  • empathy capacity to understand another person's point of view

Talk about this word

Cite this
MLA

"κατανόηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατανόηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"κατανόηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατανόηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}