καταστροφικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

καταστροφικός

  • ka.ta.stɾo.fiˈkos
  • ka.ta.stɾo.fiˈci
  • ka.ta.stɾo.fiˈko

Where it comes from

καταστροφικός < καταστροφή + -ικός

adjective καταστροφικός · καταστροφική · καταστροφικό · καταστροφικού · καταστροφικής

  1. που έχει σχέση με την καταστροφή, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί ※ Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρ

Similar: ολέθριος, μοιραίος, επιζήμιος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"καταστροφικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

καταστροφικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"καταστροφικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {καταστροφικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}