κατεργασμένος
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
κατεργασμένος
من أين أتت
κατεργασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου κατεργάζομαι
فعل κατεργασμένος · κατεργασμένη · κατεργασμένο · κατεργασμένου · κατεργασμένης
- που έχει υποστεί κατεργασία ※ Η διεύρυνση μιας τοπικής αγοράς, με τη δημιουργία των υποδηματοποιείων, φάνηκε ότι θα απορροφούσε το κατεργασμένο δέρμα των τοπικών βυρσοδεψείων, καθώς ενθάρρυνε μεγάλο μέρος του πληθυσμού να επενδύσει την εργασία του στο υποδηματοποιείο. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργασ
عكسها: ακατέργαστος
المرادفات والأضداد
فعل
عكسها: ακατέργαστος
تحدّث عن هذه الكلمة "κατεργασμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κατεργασμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "κατεργασμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {κατεργασμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}