κατηγόρημα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κατηγόρημα
- ka.tiˈɣo.ri.ma
Where it comes from
κατηγόρημα < αρχαία ελληνική κατηγόρημα, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική prédicat
noun κατηγόρημα · κατηγορήματα · κατηγορήματος · κατηγορημάτων
- η απλή μορφή της ρηματικής φράσης, το μέρος της πρότασης που αποτελείται, είτε από μόνο το αμετάβατο ρήμα, είτε από το μεταβατικό ρήμα και το αντικείμενο ή αντικείμενα, είτε από το συνδετικό ρήμα και το κατηγορούμενο Ο Γιώργος είναι πονηρός - Το κατηγόρημα αποτελείται από τις λέξεις είναι πονηρός
- το βασικό ή ουσιαστικό στοιχείο μιας υπόστασης, έννοιας, ιδιότητας κ.λπ.
-
μία συνάρτηση ή έκφραση που επιστρέφει την τιμή "αληθές" ή "ψευδές"
Similar: λογική έκφραση
In English
- predicate grammar: part of sentence that states something about its subject
Talk about this word "κατηγόρημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κατηγόρημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "κατηγόρημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κατηγόρημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}