ميكوين

κατοχυρώνω

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

κατοχυρώνω

  • ka.to.çiˈɾo.no

من أين أتت

κατοχυρώνω < (ελληνιστική κοινή) / κατοχυρῶ < κατά + αρχαία ελληνική ὀχυρόω / ὀχυρῶ < ὀχυρός

فعل κατοχυρώνω · κατοχύρωνα · κατοχυρώσω · κατοχύρωσα · κατοχυρώνομαι · κατοχυρωμένος

  1. εξασφαλίζω ότι κάτι (πράγμα, δικαίωμα κ.λπ.) μού ανήκει και δεν κινδυνεύω να το χάσω οι λαοί έδωσαν πολλούς αγώνες για να κατοχυρώσουν τις ελευθερίες και τα δικαιώματά τους
  2. especially, ειδικότερα, για εξετάσεις εξασφαλίζω την θετική για μένα βαθμολογία που πήρα σε ένα ή περισσότερα από ένα σύνολο μαθημάτων, ώστε να μην υποχρεωθώ στο μέλλον σε συνολική επανεξέταση

مشابه: διαφυλάττω, προστατεύω, εξασφαλίζω

المرادفات والأضداد

بالإنجليزية

  • copyright place under a copyright
  • enshrine to protect within an official law or treaty

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"κατοχυρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%87%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κατοχυρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%87%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"κατοχυρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%87%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κατοχυρώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%87%CF%85%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}