εξασφαλίζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξασφαλίζω

Where it comes from

εξασφαλίζω < ελληνιστική κοινή ἐξασφαλίζω

verb εξασφαλίζω · εξασφαλίζομαι · εξασφάλιζα · θα εξασφαλίζω · να εξασφαλίζω

  1. τοποθετώ κάτι σε ασφαλές μέρος

    Similar: ασφαλίζω, σιγουράρω, σιγουρεύω, κλειδώνω

  2. πετυχαίνω να γίνει κάτι στα σίγουρα ※ Το διάζωμα εξασφαλίστηκε από ολίσθηση με έξι αγκύρια διαμέτρου 20 χιλ . από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία πακτώθηκαν στο έδαφος και εγκιβωτίστηκαν στο σκυρόδεμα. (Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη τόμος 13, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 559)

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξασφαλίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξασφαλίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"εξασφαλίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξασφαλίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}