κατσαρόλα
Ελληνικά
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
κατσαρόλα
यह कहाँ से आया
κατσαρόλα < (άμεσο δάνειο) βενετική cazzarola
संज्ञा κατσαρόλα · κατσαρόλες · κατσαρόλας · κατσαρολών
- κυλινδρικό μεταλλικό μαγειρικό σκεύος με καπάκι και δύο λαβές για βράσιμο του φαγητού ή νερού Ζέστανε λίγο νερό σε μια κατσαρόλα.
- ποσότητα φαγητού ή νερού που χωράει σε ένα τέτοιο σκεύος Ζέστανε μια κατσαρόλα νερό.
अंग्रेज़ी में
इस शब्द पर बात करें "κατσαρόλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. κατσαρόλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%B1 "κατσαρόλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%B1.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {κατσαρόλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}