κεντάω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κεντάω

  • kenˈda.o

Where it comes from

κεντάω < κεντ(ώ) + -άω

:* για το κέντημα σε ύφασμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κεντῶ < αρχαία ελληνική κεντῶ>

:* για την πίεση με αιχμηρό όργανο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κεντῶ, συνηρημένος τύπος του κεντέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱent-

verb κεντάω · κεντώ · κεντούσα · κένταγα · κέντησα · κεντιέμαι

  1. περνάω με βελόνα χρωματιστές κλωστές σε ένα ύφασμα και δημιουργώ ένα διακοσμητικό σχέδιο· φτιάχνω ένα κέντημα ※ 19ος/20ος αιώνας, Αργύρης Εφταλιώτης (1911) Η Αγγέλικα! [διήγημα], από τη συλλογή Νησιώτικες ιστορίες
  2. πιέζω με αιχμηρό αντικείμενο (μεταφορικά) προκαλώ οξύ πόνο σε ένα σημείο πιέζοντας με κάτι αιχμηρό (λέγεται και όταν ο πόνος έχει εσωτερική αιτία)

    Similar: κεντρίζω, σουβλίζω, τσιμπάω, τσιμπώ

In English

  • embroider to stitch a decorative design on fabric with needle and thread

Talk about this word

Cite this
MLA

"κεντάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κεντάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89

Chicago

"κεντάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κεντάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}