τσιμπάω
Ελληνικά · Synonyme und Gegenwörter
AI Einfach erklärt
Eine kurze Erklärung wird geschrieben…
Von einer Haus-KI aus dem Eintrag unten in deiner Sprache geschrieben. Die Quelle ist der Eintrag selbst.
τσιμπάω
- t͡simˈba.o
Woher es kommt
τσιμπάω < τσιμπ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσιμπῶ < *τσιμπίζω < *ἐξεμπίζω < *ἐμπίζω < αρχαία ελληνική ἐμπίς
Verb τσιμπάω · τσιμπώ · τσιμπούσα · τσίμπαγα · τσίμπησα · τσιμπιέμαι
- πιέζω με ένα μυτερό όργανο τον τσίμπησε με τον διαβήτη
- πιέζω κάτι με δυο δάχτυλα ώστε να προξενήσω πόνο τόσο πολύ τον τσίμπησαν που ήρθε κατακόκκινος!
-
τρώω κάτι στα γρήγορα
πάω να τσιμπήσω κάτι κι έρχομαι
Ähnlich: τσιμπολογάω, τσιμπολογώ
- τρυπώ με το κεντρί οι μύγες τσιμπούν, φαίνεται πως θα βρέξει
- τρώω κάτι με το ράμφος τα περιστέρια έρχονται και τσιμπάνε τις ψίχες που τους πετάω
-
δαγκώνω το δόλωμα μιας πετονιάς με το στόμα
έχει ψάρι, τσιμπάει;
Ähnlich: αγκιστρώνομαι
-
βρίσκω κάποιον τη στιγμή που κάνει κάτι (συνήθως παράνομο)
τον τσίμπησε η αστυνομία τη στιγμή που ετοιμαζόταν να κάνει τη διάρρηξη
Ähnlich: πιάνω, συλλαμβάνω
- αυξάνω λίγο
Auf Englisch
Über dieses Wort sprechen "τσιμπάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. τσιμπάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%89 "τσιμπάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%89.Zitieren
@misc{micwyn_2026,
title = {τσιμπάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}