κεντρί
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κεντρί
- cenˈdɾi
Where it comes from
κεντρί < μεσαιωνική ελληνική κεντρί < ελληνιστική κοινή κέντριον < αρχαία ελληνική κέντρον
noun κεντρί · κεντριά · κεντριού · κεντριών
- οξύ όργανο εντόμων με το οποίο εγχέουν τοξική ουσία τσιμπώντας κάποιο θύμα ή όποιον θεωρούν εχθρό ※ Τα τσιμπήματα από έντομα τύπου μέλισσας ή σφήκας προκαλούν μια τοπική φλεγμονώδη αντίδραση του δέρματος που είναι αποτέλεσμα του δηλητηρίου που ενίεται στον οργανισμό μας με το κεντρί του εντόμου. (εφ. Ελευθεροτυπία, 21/7/2009)
- αιχμηρό αντικείμενο με το οποίο μπορούμε να τσιμπήσουμε ή να πονέσουμε κάποιον
-
δηκτικό σχόλιο, υπαινιγμός ή αστείο και (κατ’ επέκταση) ο άνθρωπος που το κάνει
※ Όχι βεβαίως για να αποκαταστήσει το όνομα του Αριστείδη Στεργιάδη, αλλά για να προκαλέσει τον αναγνώστη και να τον προσκαλέσει σε ένα ταξίδι μνήμης, δίνοντάς του την ευκαιρία και τη δυνατότητα να αποδράσει προς το χώρο εκείνο, όπου οι δύσκολες ιστορικοπολιτικές καταστάσεις υπαγόρευαν, άλλοτε άθελα
Similar: καρφί
In English
- stinger pointed portion of an insect
Talk about this word "κεντρί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026. κεντρί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AF "κεντρί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κεντρί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AF},
urldate = {2026-11-07}
}