κηλίδα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κηλίδα

Where it comes from

κηλίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηλίς από την αιτιατική σε -ίδα

noun κηλίδα · κηλίδες · κηλίδας · κηλίδων

  1. σημείο μιας επιφάνειας με διαφορετικό χρώμα από αυτήν ※ Ο φυσιογνωμικός τύπος του Χριστού, με το ωοειδές πρόσωπο, τη μακρόστενη μύτη, τις πλατιές κόκκινες επιφάνειες και κηλίδες στο πρόσωπο και τα βαθιά, σκιασμένα μάτια, απορρέει από κομνήνεια πρότυπα, τα οποία, όπως είναι γνωστό, αναβιώνουν στην τέχνη του δεύτερου μισού του 13ου αιώνα. (Δελτίον της Χρ

    Similar: σημάδι

  2. βρόμικο σημείο, λεκές
  3. figuratively, μεταφορικά μια κατακριτέα πράξη που κηλιδώνει ηθικά το βίο ενός ανθρώπου

    Similar: στίγμα, μελανό σημείο

In English

  • stain discoloured spot or area
  • blemish small flaw which spoils the appearance of something
  • speckle small spot

Talk about this word

Cite this
MLA

"κηλίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κηλίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"κηλίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κηλίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}