κλέφτης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κλέφτης¹

  • ˈkle.ftis

Where it comes from

κλέφτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλέφτης < αρχαία ελληνική κλέπτης Δείτε και το αρχαίο κλώψ (ο κλέφτης)

noun κλέφτης · κλέφτες · κλέφτη · κλεφτών

  1. που κλέβει χρήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία τη νύχτα που κοιμόμουνα μπήκε κλέφτης στο σπίτι και έκλεψε όλα τα χρυσαφικά
  2. figuratively, μεταφορικά που πουλάει τα εμπορεύματά του σε απαράδεκτα υψηλές τιμές μεγάλος κλέφτης, όλα τα πουλάει σε διπλή τιμή!
  3. ιστορία άλλη μορφή του Κλέφτης οι κλέφτες και οι αρματολοί

Similar: απατεώνας, βούτας, βουτηχτής, διαρρήκτης, παστρικοχέρης, σούφρας

Κλέφτης²

  • ˈkle.ftis

Where it comes from

Κλέφτης < κλέφτης < μεσαιωνική ελληνική κλέφτης < αρχαία ελληνική κλέπτης

noun Κλέφτης · Κλέφτες · Κλέφτη · Κλεφτών

  1. ιστορία μέλος ένοπλης ομάδας που κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ζούσε στα βουνά και πολεμούσε τους Τούρκους οι κλέφτες και οι αρματολοί

Thesaurus

In English

  • thief one who carries out theft
  • klepht anti-Ottoman insurgent

Talk about this word

Cite this
MLA

"κλέφτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κλέφτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"κλέφτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κλέφτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}