κλίση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κλίση

  • ˈkli.si

Where it comes from

κλίση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλίσις (ξάπλωμα) < κλίνω

: για τη σημασία «έφεση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inclination

noun κλίση · κλίσεις · κλίσης · κλίσεων

  1. η ιδιότητα μιας μη οριζόντιας επιφάνειας ※ Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορούν να την κατέβουν. (Τάσος Παπαναστασίου, Η σιωπή δεν σε κρατά ζωντανό, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
  2. έφεση, ροπή Έχει κλίση στα μαθηματικά.
  3. γραμματική ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο σχηματίζονται οι διάφοροι τύποι ενός ονόματος, αντωνυμίας ή ρήματος
  4. γραμματική ομάδα ονομάτων με κοινές καταλήξεις και κοινό σχηματισμό των πτώσεων πρώτη κλίση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κλίση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κλίση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%B7

Chicago

"κλίση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κλίση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%AF%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}