κλείσιμο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κλείσιμο
- ˈkli.si.mo
Where it comes from
κλείσιμο < (κλείνω) κλεισ- + -ιμο
noun κλείσιμο · κλεισίματα · κλεισίματος · κλεισιμάτων
- η μετακίνηση κάποιου πράγματος, ώστε να εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο
- η διακοπή ή το σταμάτημα της λειτουργίας ενός πράγματος ή μιας διαδικασίας
- ο εγκλεισμός
- το τέλος, το τελείωμα
- η ελάττωση, η μείωση
- η απαγόρευση της πρόσβασης ή της ελευθερίας μετακίνησης σ’ έναν τόπο ή χώρο
- η επίτευξη συμφωνίας μετά από συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις
- το τελείωμα μουσικής φράσης
Opposite: άνοιγμα
Thesaurus
noun
Opposite: άνοιγμα
In English
- closure programming: type of abstraction
Talk about this word "κλείσιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κλείσιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF "κλείσιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κλείσιμο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}