κλείσιμο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κλείσιμο

  • ˈkli.si.mo

Where it comes from

κλείσιμο < (κλείνω) κλεισ- + -ιμο

noun κλείσιμο · κλεισίματα · κλεισίματος · κλεισιμάτων

  1. η μετακίνηση κάποιου πράγματος, ώστε να εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο
  2. η διακοπή ή το σταμάτημα της λειτουργίας ενός πράγματος ή μιας διαδικασίας
  3. ο εγκλεισμός
  4. το τέλος, το τελείωμα
  5. η ελάττωση, η μείωση
  6. η απαγόρευση της πρόσβασης ή της ελευθερίας μετακίνησης σ’ έναν τόπο ή χώρο
  7. η επίτευξη συμφωνίας μετά από συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις
  8. μουσική το τελείωμα μουσικής φράσης

Opposite: άνοιγμα

Thesaurus

noun

Opposite: άνοιγμα

In English

  • closure programming: type of abstraction

Talk about this word

Cite this
MLA

"κλείσιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κλείσιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF

Chicago

"κλείσιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κλείσιμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}