κλεψύδρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κλεψύδρα

  • kleˈpsi.ðɾa

Where it comes from

κλεψύδρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλεψύδρα

noun κλεψύδρα · κλεψύδρες · κλεψύδρας · κλεψυδρών

  1. όργανο μέτρησης του χρόνου με νερό. Αποτελείται από δύο δοχεία, το ένα πάνω από το άλλο, που συνδέονται με ένα πολύ στενό σωληνάκι. Το νερό χύνεται από το πάνω δοχείο στο κάτω, σε ορισμένο χρονικό διάστημα ※ Ανεξάρτητα από τις μυθολογικές περιγραφές, τις επιστημονικές αποδείξεις και τις φιλοσοφικές θεωρήσεις ο χρόνος «ως σώμα» παραμένει ασύλληπτος και ακανόνιστος. Δεν έχει αρχή και τέλος, όσο κι αν προσπάθησε ο άνθρωπος με τις υποδιαιρέσεις και τα χρονόμετρα να τον εγκλωβίσει (κλεψύδρα, αμμόμετρο, ηλι
  2. broadly, κατ’ επέκταση το ίδιο όργανο μέτρησης του χρόνου, αλλά με άμμο

Similar: αμμόμετρο

Thesaurus

noun

Similar: αμμόμετρο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κλεψύδρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CF%88%CF%8D%CE%B4%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κλεψύδρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CF%88%CF%8D%CE%B4%CF%81%CE%B1

Chicago

"κλεψύδρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CF%88%CF%8D%CE%B4%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κλεψύδρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CF%88%CF%8D%CE%B4%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}