κοίτη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοίτη

  • ˈci.ti

Where it comes from

κοίτη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοίτη < κοι-, μεταπτωτική βαθμίδα του κεῖμαι κατά ετεροίωση δηλαδή με μετατροπή του -ε σε -ο. < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey- (κείμαι)

noun κοίτη · κοίτες · κοίτης · κοιτών

  1. το κοίλο τμήμα του εδάφους μέσα στο οποίο κυλάει το ποτάμι, ο χείμαρρος και το αυλάκι ※ Έδειχνε την παράξενη γη τους, με τα τραχιά βουνά, τις ξηρές κοίτες των ποταμών που στέρευαν πριν φτάσουν στη θάλασσα, τις βαθιές βραχώδεις κοιλάδες, τις αλμυρές λίμνες, τις καταπράσινες οάσεις, τα χρυσαφένια αμμώδη κύματα της ερήμου που σήκωνε βουνά ο χαμσίν. (Στέλλα Σελήνη, Κόκκινη θάλασσα, εκδ.

Similar: ρείθρο, νεροσυρμή

Thesaurus

In English

  • bed the bottom of a lake or other body of water

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοίτη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%AF%CF%84%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κοίτη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%AF%CF%84%CE%B7

Chicago

"κοίτη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%AF%CF%84%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοίτη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%AF%CF%84%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}