κοιμίζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοιμίζω

Where it comes from

κοιμίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κοιμίζω

verb κοιμίζω · κοίμιζα · θα κοιμίζω · να κοιμίζω · κοιμίζοντας

  1. κάνω κάποιον να κοιμηθεί

    Similar: αποκοιμίζω, νανουρίζω, υπνώνω

  2. figuratively, μεταφορικά ηρεμώ κάποιον

    Similar: καθησυχάζω, καταπραΰνω

  3. αποπροσανατολίζω κάποιον, τον παραπλανώ για να μην αντιληφθεί ένα πρόβλημα Η υποκουλτούρα διοχετεύεται από την εξουσία για να κοιμίζει το λαό. (από την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 1 Οχτώβρη 2003)
  4. familiar, προφορικό χορηγώ σε κάποιον αναισθητικό πριν από χειρουργική επέμβαση οι συγγενείς του αρρώστου ρωτούσαν αν οι γιατροί θα κοιμίσουν τον άνθρωπό τους για να τον χειρουργήσουν

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοιμίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοιμίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"κοιμίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοιμίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}