κοινόβιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κοινόβιο
Where it comes from
κοινόβιο < → λείπει η ετυμολογία
noun κοινόβιο · κοινόβια · κοινόβιου · κοινοβίου · κοινόβιων · κοινοβίων
- μορφή μοναστικής οργάνωσης κατά την οποία οι μοναχοί έχουν κοινή τράπεζα, δεν πληρώνονται για τα διακονήματά τους, δεν έχουν δικά τους χρήματα και έχουν ηγούμενο ※ Όταν η μονή μετατράπηκε σε κοινόβιο, οι τρεις μεγάλες κοσμούσαν τις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου και οι τέσσερις μικρότερες τα προσκυνητάρια. Οι ποδέες χρησιμοποιούνταν τρεις φορές ετησίως, κατά την εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της Αγίας Ζώνης και το Πάσχα (Νικόλαος Μερτιμέκης, «.Ποδίαις
In English
- commune small community, often rural, whose members share in the ownership of property,
Talk about this word "κοινόβιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%B2%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κοινόβιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%B2%CE%B9%CE%BF "κοινόβιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%B2%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κοινόβιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%B2%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}