κολιέ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κολιέ

  • koˈʎe
  • kɔ.lje

Where it comes from

κολιέ < απροσάρμοστo άμεσο δάνειο από τη γαλλική collier < λατινική collum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kwol-o- (λαιμός)

noun κολιέ

  1. κόσμημα που φοριέται στο λαιμό και συνήθως αποτελείται από χάντρες περασμένες σε μια κλωστή ※ Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες

Similar: περιδέραιο, κολιεδάκι

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κολιέ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%AD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κολιέ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%AD

Chicago

"κολιέ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%AD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κολιέ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%AD},
  urldate = {2026-11-07}
}