περιδέραιο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
περιδέραιο
Where it comes from
περιδέραιο < αρχαία ελληνική περιδέραιον, ουδέτερο του περιδέραιος < περί + δέρη
noun περιδέραιο · περιδέραια · περιδέραιου · περιδέραιων
- κόσμημα που φοριέται στο λαιμό με νήμα ή αλυσίδα απ' όπου εξαρτώνται κοσμήματα ή πολύτιμοι λίθοι (συνήθως, πιο βαρύτιμο από ένα απλό κολιέ) ※ ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμ
Similar: κολιέ
Thesaurus
noun
Similar: κολιέ
In English
- necklace jewelry
Talk about this word "περιδέραιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. περιδέραιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF "περιδέραιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {περιδέραιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}