κολύμπι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κολύμπι
- koˈlim.bi
Where it comes from
κολύμπι < κολυμπ(ώ) + -ι (αναδρομικός σχηματισμός)
noun κολύμπι · κολύμπια · κολυμπιού · κολυμπιών
-
το να μετακινείται κάποιος επιπλέοντας μέσα στο νερό με κατάλληλες κινήσεις των χεριών και των ποδιών
※ Ο Σωτήρης ήταν ο μόνος που ήξερε καλό κολύμπι και χαιρόταν τη θάλασσα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Similar: κολύμβηση
-
το να πηγαίνει κάποιος στην παραλία, για να κολυμπήσει
※ Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογια
Similar: μπάνιο
Talk about this word "κολύμπι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. κολύμπι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B9 "κολύμπι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κολύμπι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CF%8D%CE%BC%CF%80%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}