μπάνιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μπάνιο
- ˈba.ɲo
Where it comes from
μπάνιο < (άμεσο δάνειο) ιταλική bagno < λατινική balneum < balineum < αρχαία ελληνική βαλανεῖον (αντιδάνειο)
noun μπάνιο · μπάνια · μπάνιου · μπάνιων
- το πλύσιμο του σώματος είχα τρεις μήνες να κάνω μπάνιο και είχα βρωμίσει
- η κολύμβηση για αναψυχή ※ Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογια
- το δωμάτιο του λουτρού μπες στο μπάνιο και έρχομαι να σε λούσω
- το πλύσιμο κάποιου υλικού (εκτός από το ρουχισμό)
- το δοχείο μαζί με το ανάλογο περιεχόμενο υγρό για "βάψιμο" υλικών με ηλεκτρόλυση ή για πλύσιμο
- η διαδικασία "βαψίματος" των υλικών με ηλεκτρόλυση
In English
Talk about this word "μπάνιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. μπάνιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF "μπάνιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μπάνιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}