μπάνιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μπάνιο

  • ˈba.ɲo

Where it comes from

μπάνιο < (άμεσο δάνειο) ιταλική bagno < λατινική balneum < balineum < αρχαία ελληνική βαλανεῖον (αντιδάνειο)

noun μπάνιο · μπάνια · μπάνιου · μπάνιων

  1. το πλύσιμο του σώματος είχα τρεις μήνες να κάνω μπάνιο και είχα βρωμίσει
  2. η κολύμβηση για αναψυχή ※ Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογια
  3. το δωμάτιο του λουτρού μπες στο μπάνιο και έρχομαι να σε λούσω
  4. broadly, κατ’ επέκταση το πλύσιμο κάποιου υλικού (εκτός από το ρουχισμό)
  5. broadly, κατ’ επέκταση το δοχείο μαζί με το ανάλογο περιεχόμενο υγρό για "βάψιμο" υλικών με ηλεκτρόλυση ή για πλύσιμο
  6. broadly, κατ’ επέκταση η διαδικασία "βαψίματος" των υλικών με ηλεκτρόλυση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μπάνιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

μπάνιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF

Chicago

"μπάνιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μπάνιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}