κομψός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κομψός¹
- komˈpsos
Where it comes from
κομψός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κομψός, άβέβαιης προέλευσης
adjective κομψός · κομψή · κομψό · κομψού · κομψής
-
με επιμελημένη, καλόγουστη εμφάνιση κυρίως στο ντύσιμο
※ «...Αλλά τα άλλα; Και πού είναι τα κομψά γυναικεία καπέλα;» μου είπε η μαμά. «Για τις γυναίκες έχουμε μόνο πλεκτούς σκούφους και αυτά εδώ από καστόρι» μας εξήγησε ο ευγενικός υπάλληλος του μαγαζιού (Ελένη Τορόση, Όταν σου έδειξα τον ήχο του κόσμου, εκδ. Πατάκη, 2017)
Similar: σικ
-
που χαρακτηρίζεται από καλαισθησία
※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκης, 2020
Similar: καλαίσθητος
-
που συμβαίνει με έμμεσο και διακριτικό τρόπο, αποφεύγοντας να προκληθούν δυσάρεστες εντυπώσεις
Δεν ήθελα να την προσβάλω, της το είπα με κομψό τρόπο, απ' έξω απ' έξω.
Opposite: άκομψος
- κομψό ύφος: γλαφυρό και επιμελημένο, χωρίς πλατειασμούς η θεωρία έχει διατυπωθεί με μια πολύ κομψή εξίσωση
Κομψός²
Where it comes from
Κομψός < αρχαία ελληνική Κομψός
proper noun Κομψός · Κομψοί · Κομψού · Κομψών · Κομψό · Κομψούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- elegant exhibiting elegance
- sophisticated elegant, refined
Talk about this word "κομψός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%88%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. κομψός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%88%CF%8C%CF%82 "κομψός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%88%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κομψός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CF%88%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}