κοντύλι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κοντύλι

  • konˈdi.li

Where it comes from

κοντύλι < μεσαιωνική ελληνική κοντύλι(ν) < ελληνιστική κοινή κονδύλιον < αρχαία ελληνική κόνδυλος < κονδός < κοντός < κεντέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱent-

noun κοντύλι · κοντύλια · κοντυλιού · κοντυλιών

  1. καλαμένιο όργανο γραφής, με το οποία παλαιότερα έγραφαν πάνω στην πλάκα οι μικροί μαθητές. Ως γραφίδα χρησιμοποιούσαν ένα κομμάτι καλάμι κομμένο από έναν κόνδυλο (δηλ. κόμπο) σε άλλο. ※ Τὸ ἔχει τὸ σκαρί μας, ναί· τὸ θέλ’ ἡ τύχη μας νὰ εἴμαστε πάντα μεγάλοι. Ὅπου κι’ ἂν γυρίσῃς σὲ στεριὲς καὶ θάλασσες, σὲ νότο καὶ βοριᾶ, σ’ ἀνατολὴ καὶ δύση, θὰ τὸ ἰδῇς γραμμένο. Καὶ γραμμένο ὄχι μὲ ἀνθρώπινο κοντύλι, ἀλλὰ μὲ τὸ ἴδιο χέρι, τὸ παντοδύναμο χέρι τοῦ Δημιουργοῦ. Εἴμαστε ἄντρες σοῦ λέω!
  2. άλλη μορφή του κονδύλι: δαπάνη ή έξοδο που αναγράφεται σε προϋπολογισμό ή άλλο λογαριασμό

In English

  • pencil slate writing-instrument

Talk about this word

Cite this
MLA

"κοντύλι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κοντύλι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9

Chicago

"κοντύλι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κοντύλι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8D%CE%BB%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}