κοπτήρας
Ελληνικά · 同义词与反义词
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
κοπτήρας
它从哪里来
κοπτήρας < καθαρεύουσα κοπτήρ < αρχαία ελληνική κόπτω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική incisive ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Schneidezahn )
名词 κοπτήρας · κοπτήρες · κοπτήρα · κοπτήρων
- καθένα από τα δύο δόντια στην άνω γνάθο και δύο στην κάτω γνάθο στο εμπρός τμήμα του στόμας ανθρώπων ή θηλαστικών
相近词: τομέας
同义词与反义词
名词
相近词: τομέας
英语
- incisor narrow-edged tooth
讨论这个词 "κοπτήρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κοπτήρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82 "κοπτήρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {κοπτήρας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BF%CF%80%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}